Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to personalize
01
προσαρμόζω, εξατομικεύω
to customize something to suit an individual's needs, preferences, or characteristics
Transitive: to personalize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
personalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
personalizes
ενεστώτα μετοχή
personalizing
απλός αόριστος
personalized
παθητική μετοχή
personalized
Παραδείγματα
The artist will personalize the portrait to capture the subject's unique features and personality.
Ο καλλιτέχνης θα προσαρμόσει το πορτρέτο για να καταγράψει τα μοναδικά χαρακτηριστικά και την προσωπικότητα του θέματος.
Λεξικό Δέντρο
depersonalize
personalized
personalize
personal
person



























