Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to personalize
01
προσαρμόζω, εξατομικεύω
to customize something to suit an individual's needs, preferences, or characteristics
Transitive: to personalize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
personalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
personalizes
ενεστώτα μετοχή
personalizing
απλός αόριστος
personalized
παθητική μετοχή
personalized
Παραδείγματα
Wedding planners work closely with couples to personalize every detail of their special day.
Οι διοργανωτές γάμων συνεργάζονται στενά με τα ζευγάρια για να προσαρμόσουν κάθε λεπτομέρεια της ιδιαίτερης τους ημέρας.
Λεξικό Δέντρο
depersonalize
personalized
personalize
personal
person



























