personality
Pronunciation
/ˌpɝsəˈnælɪti/

Ορισμός και σημασία του "personality"στα αγγλικά

01

προσωπικότητα, χαρακτήρας

all the qualities that shape a person's character and make them different from others
personality definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
personalities
Παραδείγματα
People have different personalities, yet we all share the same basic needs and desires.
Οι άνθρωποι έχουν διαφορετικές προσωπικότητες, αλλά όλοι μοιραζόμαστε τις ίδιες βασικές ανάγκες και επιθυμίες.
02

προσωπικότητα, διασημότητα

a person of considerable prominence
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store