Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Personal pronoun
01
προσωπική αντωνυμία, αντωνυμία προσώπου
(grammar) a pronoun that refers to a person or group mentioned before or realized from the context such as 'I', 'you', 'they', etc. in English
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
personal pronouns



























