Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
persevering
01
επίμονος, ανθεκτικός
persistent in trying to achieve something, regardless of how difficult it might be
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most persevering
συγκριτικός βαθμός
more persevering
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, character, effort
02
επίμονος, σταθερός
quietly and steadily persevering especially in detail or exactness
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
perseveringly
persevering
persevere



























