permafrost
per
ˈpɜ:
περ
maf
məf
μαφ
rost
rɒst
ροστ

Ορισμός και σημασία του "permafrost"στα αγγλικά

01

μονίμως παγωμένο έδαφος, πέρμαφροστ

ground that is permanently frozen 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store