Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Permafrost
01
μονίμως παγωμένο έδαφος, πέρμαφροστ
ground that is permanently frozen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























