aztec
az
ˈæz
αιζ
tec
tɛk
τεκ

Ορισμός και σημασία του "aztec"στα αγγλικά

01

Αζτέκος, μέλος του πολιτισμού των Αζτέκων

a member of the Nahuatl people who established an empire in Mexico that was overthrown by Cortes in 1519 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Aztecs

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store