Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to percolate
01
φιλτράρω, περκολάρω
to brew coffee by passing hot water through the grounds, typically in a percolator
Παραδείγματα
She prefers to percolate her coffee slowly, allowing the rich aroma to fill the kitchen before pouring a cup.
Προτιμά να φιλτράρει τον καφέ της αργά, επιτρέποντας στο πλούσιο άρωμα να γεμίσει την κουζίνα πριν χύσει ένα φλιτζάνι.
02
ανακτώ ενέργεια, αποκτώ ενέργεια
gain or regain energy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
percolate
γ΄ ενικό πρόσωπο
percolates
ενεστώτα μετοχή
percolating
απλός αόριστος
percolated
παθητική μετοχή
percolated
03
φιλτράρω, διαρρέω
(of liquid or gas) to slowly move through a surface with small gaps
04
φιλτράρω, διαπερνώ
to cause a solvent, such as water, to move through a substance, especially for making something that can be dissolved
05
διυλίζω, διαπερνώ σταδιακά
permeate or penetrate gradually
06
διαρρέω, εξαπλώνομαι
spread gradually
Percolate
01
περιχυτό, προϊόν περιχύσεως
the product of percolation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
percolates
Λεξικό Δέντρο
percolation
percolator
percolate
percol



























