Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pepper grinder
01
μύλος πιπεριού, αλέστης πιπεριού
a mill for grinding pepper
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pepper grinders
LanGeek



























