pen pal
pen
pɛn
πεν
pal
pæl
παιλ
pen-pal

Ορισμός και σημασία του "pen pal"στα αγγλικά

01

φιλικός αλληλογράφος, επιστολικός φίλος

someone we write friendly letters to, especially a person in a foreign country who we have never met 
Dialectamerican flagAmerican
pen-friendbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pen pals
Παραδείγματα
He met his pen pal when he traveled to Japan. 

Γνώρισε τον φίλο του αλληλογραφίας όταν ταξίδεψε στην Ιαπωνία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store