Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
axial
01
αξονικός, σχετικός με τον άξονα
relating to or situated around an imaginary line called an axis, which is a central reference point for rotation or symmetry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The Earth's axial tilt causes the change of seasons throughout the year.
Η αξονική κλίση της Γης προκαλεί την αλλαγή των εποχών κατά τη διάρκεια του έτους.
02
αξονικός, σχετικός με τον άξονα
relating to or attached to the axis
03
αξονικός, κατά μήκος του άξονα
situated on or along or in the direction of an axis
Λεξικό Δέντρο
axially
biaxial
coaxial
axial



























