Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paying attention
01
προσεκτικός, επιφυλακτικός
taking heed; giving close and thoughtful attention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most paying attention
συγκριτικός βαθμός
more paying attention
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, cognition, interaction
Paying attention
01
ιδιαίτερη προσοχή, προσεκτική παρακολούθηση
paying particular notice (as to children or helpless people)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























