paying attention
Pronunciation
/pˈeɪɪŋ ɐtˈɛnʃən/

Ορισμός και σημασία του "paying attention"στα αγγλικά

paying attention
01

προσεκτικός, επιφυλακτικός

taking heed; giving close and thoughtful attention
paying attention definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most paying attention
συγκριτικός βαθμός
more paying attention
διαβαθμίσιμο
Paying attention
01

ιδιαίτερη προσοχή, προσεκτική παρακολούθηση

paying particular notice (as to children or helpless people)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store