Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pay back
01
εκδικούμαι, ανταποδίδω
to seek revenge on someone for something they did
Transitive: to pay back sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
back
βασικό ρήμα
pay
ενεστώτας
pay back
γ΄ ενικό πρόσωπο
pays back
ενεστώτα μετοχή
paying back
απλός αόριστος
paid back
παθητική μετοχή
paid back
Παραδείγματα
The movie plot revolves around a hero 's journey to pay back the villains for harming his family.
Η πλοκή της ταινίας περιστρέφεται γύρω από το ταξίδι ενός ήρωα να εκδικηθεί τους κακούς για τη ζημιά που προκάλεσαν στην οικογένειά του.
02
επιστρέφω, ξεπληρώνω
to return an amount of money that was borrowed
Transitive: to pay back borrowed money | to pay back sb
Παραδείγματα
I need to pay back the money I borrowed from John.
Πρέπει να επιστρέψω τα χρήματα που δανείστηκα από τον John.
03
ανταποδίδω, επιβραβεύω
to return a favor or reward someone for their actions
Transitive: to pay back sb | to pay back a favor
Παραδείγματα
He wanted to pay back his parents for their help with a thank-you dinner.
Ήθελε να ανταποδώσει στους γονείς του για τη βοήθειά τους με ένα δείπνο ευχαριστίας.



























