Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pay back
01
εκδικούμαι, ανταποδίδω
to seek revenge on someone for something they did
Transitive: to pay back sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
back
βασικό ρήμα
pay
ενεστώτας
pay back
γ΄ ενικό πρόσωπο
pays back
ενεστώτα μετοχή
paying back
απλός αόριστος
paid back
παθητική μετοχή
paid back
Παραδείγματα
He vowed to pay them back for ruining his reputation.
Ορκίστηκε να εκδικηθεί για τη ρήξη της φήμης του.
02
επιστρέφω, ξεπληρώνω
to return an amount of money that was borrowed
Transitive: to pay back borrowed money | to pay back sb
Παραδείγματα
They set up a monthly plan to pay the bank back for the mortgage.
Έστησαν ένα μηνιαίο σχέδιο για να επιστρέψουν τα χρήματα στην τράπεζα για το στεγαστικό δάνειο.
03
ανταποδίδω, επιβραβεύω
to return a favor or reward someone for their actions
Transitive: to pay back sb | to pay back a favor
Παραδείγματα
To pay back the community's kindness, he organized a free event for everyone.
Για να ανταποδώσει την καλοσύνη της κοινότητας, οργάνωσε μια δωρεάν εκδήλωση για όλους.



























