pastil
pas
ˈpæs
παισ
til
tɪl
τιλ
/pˈastɪl/

Ορισμός και σημασία του "pastil"στα αγγλικά

01

παστίλια, δισκίου για κατάποση

a medicated lozenge used to soothe the throat
pastil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pastils
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store