Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pastil
01
παστίλια, δισκίου για κατάποση
a medicated lozenge used to soothe the throat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pastils
LanGeek



























