past perfect tense
Pronunciation
/pˈæst pˈɜːfɛkt tˈɛns/

Ορισμός και σημασία του "past perfect tense"στα αγγλικά

Past perfect tense
01

υπερσυντέλικος, προαπαρέμφατο

(grammar) a verb form that shows an action that was completed before another action or time in the past
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
past perfect tenses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store