passenger train
pa
ˈpæ
παι
ssen
sɪn
σιν
ger
ʤə
τζα
train
treɪn
τρειν

Ορισμός και σημασία του "passenger train"στα αγγλικά

Passenger train
01

επιβατική αμαξοστοιχία, τρένο επιβατών

a train designed to carry people instead of goods 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
passenger trains
Παραδείγματα
The passenger train stopped at every town along the way. 

Το επιβατικό τρένο σταμάτησε σε κάθε πόλη στο δρόμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store