Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to partition off
01
χωρίζω με χώρισμα, διαχωρίζω με partition
to divide a space or area using a partition, wall, or similar barrier
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
partition
ενεστώτας
partition off
γ΄ ενικό πρόσωπο
partitions off
ενεστώτα μετοχή
partitioning off
απλός αόριστος
partitioned off
παθητική μετοχή
partitioned off
Παραδείγματα
The restaurant partitioned off a section for the private party.
Το εστιατόριο χώρισε ένα τμήμα για την ιδιωτική πάρτι.



























