to partition off
par
pɑ:
paa
ti
ˈtɪ
ti
tion
ʃən
shēn
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "partition off"στα αγγλικά

to partition off
01

χωρίζω με χώρισμα, διαχωρίζω με partition

to divide a space or area using a partition, wall, or similar barrier 
to partition off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
partition
ενεστώτας
partition off
γ΄ ενικό πρόσωπο
partitions off
ενεστώτα μετοχή
partitioning off
απλός αόριστος
partitioned off
παθητική μετοχή
partitioned off
Παραδείγματα
They decided to partition off a corner of the large room to create a private office space. 

Αποφάσισαν να χωρίσουν μια γωνία του μεγάλου δωματίου για να δημιουργήσουν έναν ιδιωτικό χώρο γραφείου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store