parkland
park
ˈpɑ:k
paak
land
ˌlænd
lānd

Ορισμός και σημασία του "parkland"στα αγγλικά

01

πράσινη ζώνη, πάρκο

an area of land, often in a city or town, that is set aside for public use as a park or recreational space 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
parklands
Παραδείγματα
The city expanded its parkland to create more green spaces. 

Η πόλη επέκτεινε τις παρκογείτονες περιοχές της για να δημιουργήσει περισσότερους πράσινους χώρους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

parkland

park

+

land

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store