papers
Pronunciation
/ˈpeɪpɝz/

Ορισμός και σημασία του "papers"στα αγγλικά

01

έγγραφα, χαρτιά

writing that provides information (especially information of an official nature)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
papers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store