paperback
Pronunciation
/ˈpeɪpɚˌbæk/

Ορισμός και σημασία του "paperback"στα αγγλικά

01

χαρτόδετο βιβλίο, χαρτόδετη έκδοση

a book with a cover that is made of thick paper
paperback definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paperbacks
Παραδείγματα
She donated her gently used paperbacks to the local library to share her love of reading with others.
Δώρισε τα χαρτόδετα βιβλία της που είχαν χρησιμοποιηθεί ελαφρά στην τοπική βιβλιοθήκη για να μοιραστεί την αγάπη της για την ανάγνωση με άλλους.
01

χαρτόδετος, με μαλακό εξώφυλλο

(of a book) having a soft, flexible cover rather than a rigid one
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The library acquired several paperback copies for circulation.
Η βιβλιοθήκη απέκτησε πολλά αντίτυπα χαρτόδετων για κυκλοφορία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store