paper clip
Pronunciation
/ˈpeɪpərklɪp/
paperclip

Ορισμός και σημασία του "paper clip"στα αγγλικά

01

συνδετήρας, κλιπ χαρτιού

a small, thin piece of bent wire or plastic used for holding together sheets of paper
paper clip definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paper clips
Παραδείγματα
She clipped the receipt to the form with a paper clip.
Συνέδεσε την απόδειξη με το έντυπο χρησιμοποιώντας ένα συνδετήρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store