pantry
pan
pæn
pān
try
traɪ
trai
pastrypaltrypanty

Ορισμός και σημασία του "pantry"στα αγγλικά

01

σιτοφυλάκιο, ντουλάπι κουζίνας

a cupboard or small room, often next to kitchen, used for keeping food in 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pantries
Παραδείγματα
She stocked the pantry with canned goods and dried pasta. 

Στέρησε το ντουλάπι με κονσέρβες και ξηρά ζυμαρικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store