pantry
pan
pæn
παιν
try
traɪ
τραι
/pˈɑːntɹi/

Ορισμός και σημασία του "pantry"στα αγγλικά

01

σιτοφυλάκιο, ντουλάπι κουζίνας

a cupboard or small room, often next to kitchen, used for keeping food in
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pantries
Παραδείγματα
The family decided to turn the small closet into a pantry for more storage.
Η οικογένεια αποφάσισε να μετατρέψει τον μικρό ντουλάπα σε πιθάρι για περισσότερο χώρο αποθήκευσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store