Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
panoptical
01
πανοπτικός, ολιγοθεατικός
relating to or providing a comprehensive or all-inclusive view, allowing for everything in an area or situation to be observed from a single point
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The museum’s panoptical design allowed visitors to see the entire exhibit hall from the entrance.
Το πανόπτικο σχέδιο του μουσείου επέτρεπε στους επισκέπτες να βλέπουν ολόκληρο τον εκθεσιακό χώρο από την είσοδο.
Λεξικό Δέντρο
panoptical
pan
optical



























