panic attack
pa
ˈpæ
παι
nic
nɪk
νικ
a
a
α
ttack
tæk
ταικ
/pˈanɪk ɐtˈak/

Ορισμός και σημασία του "panic attack"στα αγγλικά

01

κρίση πανικού, επίθεση πανικού

a disorder causing one to suddenly feel intense anxiety or fear
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
panic attacks
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store