Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pancreatic duct
01
παγκρεατικός πόρος, αγωγός του παγκρέατος
a duct that carries digestive enzymes from the pancreas to the small intestine for the breakdown and absorption of food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pancreatic ducts



























