Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avidly
01
άπληστα, με ενθουσιασμό
with intense interest, enthusiasm, or eagerness, especially in pursuing an activity or gaining knowledge
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She avidly followed every development in the trial.
Ακολούθησε με μεγάλο ενδιαφέρον κάθε εξέλιξη στη δίκη.
02
άπληστα, με απληστία
become smaller or lose substance
Λεξικό Δέντρο
avidly
avid



























