to accost
a
ə
ē
ccost
ˈkɒst
kost
exhaustfrostcrosseddefrost

Ορισμός και σημασία του "accost"στα αγγλικά

to accost
01

προσποιούμαι, πλησιάζω

to approach or address someone aggressively or boldly, often with an intent to engage in conversation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
accost
γ΄ ενικό πρόσωπο
accosts
ενεστώτα μετοχή
accosting
απλός αόριστος
accosted
παθητική μετοχή
accosted
Παραδείγματα
Street vendors often accost pedestrians, trying to sell their wares. 

Οι πλανόδιοι πωλητές συχνά προσβάλλουν τους πεζούς, προσπαθώντας να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store