Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accost
01
προσποιούμαι, πλησιάζω
to approach or address someone aggressively or boldly, often with an intent to engage in conversation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
accost
γ΄ ενικό πρόσωπο
accosts
ενεστώτα μετοχή
accosting
απλός αόριστος
accosted
παθητική μετοχή
accosted
Παραδείγματα
If we walk through that neighborhood, I 'm sure someone will accost us for money.
Αν περάσουμε από εκείνη τη γειτονιά, είμαι σίγουρος ότι κάποιος θα μας πλησιάσει για χρήματα.



























