Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pageboy
01
παίτζ, κούρεμα παίτζ
a hairstyle with straight, shoulder-length hair and blunt-cut bangs, popular in the 1950s and 1960s, named after young attendants to noblemen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pageboys
02
αγγελιοφόρος, μεσατζής
a boy who is employed to run errands
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pageboy
page
boy



























