paddock
Pronunciation
/ˈpædək/

Ορισμός και σημασία του "paddock"στα αγγλικά

01

πεδίο, κλειστός χώρος

small enclosed area or field where horses are kept, exercised, or prepared before a race
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paddocks
Παραδείγματα
Race officials lined up the horses in the paddock according to their post positions.
Οι αξιωματούχοι του αγώνα έστησαν τα άλογα στο paddock σύμφωνα με τις θέσεις εκκίνησής τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store