paddock
pad
pæd
pād
dock
dɒk
dok
padlockpiddock

Ορισμός και σημασία του "paddock"στα αγγλικά

01

πεδίο, κλειστός χώρος

small enclosed area or field where horses are kept, exercised, or prepared before a race 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paddocks
Παραδείγματα
The trainers inspected the horses in the paddock before the race. 

Οι προπονητές επιθεώρησαν τα άλογα στο paddock πριν από τον αγώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store