Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to oversee
01
εποπτεύω, επιβλέπω
to observe an activity in order to ensure that everything is done properly
Transitive: to oversee an activity or process
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
oversee
γ΄ ενικό πρόσωπο
oversees
ενεστώτα μετοχή
overseeing
απλός αόριστος
oversaw
παθητική μετοχή
overseen
Παραδείγματα
She was hired to oversee the day-to-day operations of the company.
Προσλήφθηκε για να εποπτεύει τις καθημερινές λειτουργίες της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
oversee
see



























