Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Outfit
01
ενδυμασία, σύνολο
a set of clothes that one wears together, especially for an event or occasion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outfits
Παραδείγματα
She carefully selected her outfit for the interview, wanting to make a good impression.
Επιμελώς επέλεξε τη στολή της για τη συνέντευξη, θέλοντας να κάνει καλή εντύπωση.
02
μονάδα, ομάδα
a group organized to act together, such as a military company or other team
Παραδείγματα
The special operations outfit completed the mission.
Η μονάδα ειδικών επιχειρήσεων ολοκλήρωσε την αποστολή.
03
εξοπλισμός, εξάρτημα
a collection of equipment, tools, or articles assembled for a specific purpose
Παραδείγματα
The camping outfit included a tent, stove, and sleeping bags.
Ο εξοπλισμός κατασκήνωσης περιλάμβανε μια σκηνή, μια σόμπα και υπνόσακους.
to outfit
01
εξοπλίζω, προμηθεύω
to supply with the tools or equipment needed for a specific function or task
Transitive: to outfit sb/sth with specific equipment
Παραδείγματα
The company outfitted its new headquarters with the latest technology.
Η εταιρεία εξόπλισε την νέα της έδρα με την τελευταία τεχνολογία.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outfit
γ΄ ενικό πρόσωπο
outfits
ενεστώτα μετοχή
outfitting
απλός αόριστος
outfitted
παθητική μετοχή
outfitted
Παραδείγματα
The stylist outfits the models in elegant gowns for each runway show.
Ο στυλίστας ντύνει τα μοντέλα με κομψά φορέματα για κάθε πασαρέλα.



























