outdoorsman
out
ˈaʊt
αουτ
doors
ˌdɔ:z
ντοζ
man
mæn
μαιν
outdoorswoman

Ορισμός και σημασία του "outdoorsman"στα αγγλικά

01

a person who spends time outdoors (e.g., hunting or fishing) 

γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
outdoorsmen
αρσενικό ενικό
outdoorsman
θηλυκό ενικό
outdoorswoman
neutral form
outdoor enthusiast

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store