Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Outdoorsman
01
a person who spends time outdoors (e.g., hunting or fishing)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
outdoorsmen
αρσενικό ενικό
outdoorsman
θηλυκό ενικό
outdoorswoman
neutral form
outdoor enthusiast
LanGeek



























