outbuilding
Pronunciation
/aʊtbˈɪldɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "outbuilding"στα αγγλικά

01

εξωκλήσι, αποθήκη

a small separate building that is built near a main building that it belongs to, such as a shed or barn
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outbuildings
Παραδείγματα
She found some old furniture in the outbuilding that her grandparents had kept for years.
Βρήκε μερικά παλιά έπιπλα στο παρεκκλήσι που είχαν κρατήσει οι παππούδες της για χρόνια.

Λεξικό Δέντρο

outbuilding

out

+

building

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store