outback
out
ˈaʊt
awt
back
bæk
bāk

Ορισμός και σημασία του "outback"στα αγγλικά

01

απώτερες περιοχές, άουτμπακ

remote and sparsely populated inland regions of Australia, typically characterized by arid landscapes and minimal human habitation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The vast expanse of the Australian outback is known for its red desert sands and expansive plains. 

Η απέραντη έκταση του αυστραλιανού outback είναι γνωστή για τις κόκκινες ερήμους άμμους και τις εκτεταμένες πεδιάδες.

01

προσβάσιμο και αραιοκατοικημένο, απομακρυσμένο και έρημο

inaccessible and sparsely populated 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outback
συγκριτικός βαθμός
more outback
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, remoteness, population

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

outback

out

+

back

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store