Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
out-of-school
01
εκτός σχολείου, μη σχολικός
not attending school and therefore free to work
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εκτός σχολείου, μη σχολικός