out-of-pocket
out
aʊtəvpɒkɪt
awtēvpokit
of
pocket

Ορισμός και σημασία του "out-of-pocket"στα αγγλικά

out-of-pocket
01

μικρές επιχειρηματικές δαπάνες που πληρώνετε από την τσέπη σας, προσωπικές δαπάνες που αποζημιώνονται αργότερα

* small business expenses that you pay yourself, with your employer paying you back later 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
finance, business, expenses
02

απρόσιτος, μη διαθέσιμος

* out of the office; not able to be reached 
Dialectamerican flagAmerican
Παραδείγματα
I'm out-of-pocket until next week. 

Είμαι απρόσιτος μέχρι την επόμενη εβδομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store