out-of-pocket
out
aʊt
αουτ
of
ʌv
αβ
po
pɑ:
πα
cket
kɪt
κιτ
British pronunciation
/ˌaʊtəvpˈɒkɪt/

Ορισμός και σημασία του "out-of-pocket"στα αγγλικά

out-of-pocket
01

μικρές επιχειρηματικές δαπάνες που πληρώνετε από την τσέπη σας, προσωπικές δαπάνες που αποζημιώνονται αργότερα

*** small business expenses that you pay yourself, with your employer paying you back later
02

απρόσιτος, μη διαθέσιμος

*** out of the office; not able to be reached
Dialectamerican flagAmerican
example
Παραδείγματα
I 'm out-of-pocket until next week.
Είμαι απρόσιτος μέχρι την επόμενη εβδομάδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store