Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ottoman
01
οθωμανός, πουφ
a low upholstered seat or footstool without a back or arms
02
παχύ μαξιλάρι που χρησιμοποιείται ως κάθισμα, οθωμανικό
thick cushion used as a seat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ottomans
ottoman
01
οθωμανικός, σχετικός με την Οθωμανική Αυτοκρατορία
of or relating to the Ottoman Empire or its people or its culture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























