ottoman
o
ˈɒ
o
tto
man
mən
mēn

Ορισμός και σημασία του "ottoman"στα αγγλικά

01

οθωμανός, πουφ

a low upholstered seat or footstool without a back or arms 
ottoman definition and meaning
02

παχύ μαξιλάρι που χρησιμοποιείται ως κάθισμα, οθωμανικό

thick cushion used as a seat 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ottomans
01

οθωμανικός, σχετικός με την Οθωμανική Αυτοκρατορία

of or relating to the Ottoman Empire or its people or its culture 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
history, culture, geography

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store