Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ornithologist
01
ορνιθολόγος
a scientist who specializes in the study of birds, including their behavior, ecology, and evolution
Παραδείγματα
The ornithologist's fieldwork took her to remote rainforests.
Η επιτόπια έρευνα της ορνιθολόγου την οδήγησε σε απομακρυσμένα τροπικά δάση.
Λεξικό Δέντρο
ornithologist
ornithology
ornitho



























