auto part
au
ɔ:
ο
to
təʊ
τεου
part
pɑ:t
πατ

Ορισμός και σημασία του "auto part"στα αγγλικά

01

αυτοκινητικό εξάρτημα, εξάρτημα αυτοκινήτου

a component of an automobile 
auto part definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
auto parts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store