Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Orderliness
01
τακτικότητα
a condition of regular or proper arrangement
02
μεθοδικότητα, τάξη
the quality of appreciating method and system
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
disorderliness
orderliness
orderly
order



























