orange tree
o
ˈɒ
ο
range
rɪnʤ
ριντζ
tree
tri:
τρι

Ορισμός και σημασία του "orange tree"στα αγγλικά

01

πορτοκαλιά, δέντρο πορτοκαλιού

a tree that produces oranges, a type of citrus fruit, typically grown in warm climates 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
orange trees
Παραδείγματα
The orange tree in their backyard blossomed every spring, filling the air with a sweet fragrance. 

Το πορτοκαλιά στην πίσω αυλή τους ανθούσε κάθε άνοιξη, γεμίζοντας τον αέρα με μια γλυκιά μυρωδιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store