Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oral cavity
01
στοματική κοιλότητα, στόμα
the hollow space in the mouth that includes the lips, teeth, tongue, gums, and the hard and soft palates
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oral cavities



























