Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oral
01
προφορική εξέταση, προφορική
an examination carried out through spoken communication
Παραδείγματα
The professor scheduled individual orals for each student.
Ο καθηγητής προγραμμάτισε ατομικές προφορικές εξετάσεις για κάθε φοιτητή.
02
στοματικός, στοματικό στάδιο
a stage in psychosexual development when a child's focus is on the mouth, with fixation potentially leading to dependence, selfishness, or aggression
Παραδείγματα
Freud suggested that oral habits relate to early gratification.
Ο Φρόιντ πρότεινε ότι οι στοματικές συνήθειες σχετίζονται με την πρώιμη ικανοποίηση.
oral
01
προφορικός, λεκτικός
spoken rather than written
Παραδείγματα
During the oral exam, the student was asked to explain and defend their thesis.
Κατά τη διάρκεια της προφορικής εξέτασης, ο φοιτητής κλήθηκε να εξηγήσει και να υπερασπιστεί τη διατριβή του.
02
στοματικός, από του στόματος
of or relating to the mouth, mouth region, or structures located in the mouth
Παραδείγματα
Oral anatomy is a key part of dental training.
Η στοματική ανατομία είναι ένα βασικό μέρος της οδοντιατρικής εκπαίδευσης.
03
στοματικός, δια του στόματος
intended for or administered via the mouth
Παραδείγματα
He received oral instructions on how to use the medicine.
Έλαβε προφορικές οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του φαρμάκου.
Λεξικό Δέντρο
oralism
oral



























