Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Opera
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
operas
Παραδείγματα
He's an opera singer with a powerful voice.
Είναι τραγουδιστής όπερας με μια δυνατή φωνή.
02
όπερα, ωδείο
a building where musical dramas are performed
03
εμπορικό πρόγραμμα περιήγησης, πρόγραμμα περιήγησης όπερα
a commercial browser
04
όπερα
a genre of music and theater that combines singing, acting, and orchestral accompaniment to convey dramatic stories
Λεξικό Δέντρο
operatic
opera



























