Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Openness
01
ανοιχτότητα, διαφάνεια
characterized by an attitude of ready accessibility (especially about one's actions or purposes); without concealment; not secretive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ανοιχτότητα, δεκτικότητα
willingness or readiness to receive (especially impressions or ideas)
03
ανοιχτότητα, διαφάνεια
without obstructions to passage or view
Λεξικό Δέντρο
openness
open



























