Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Open fireplace
01
ανοιχτή εστία, ανοιχτό τζάκι
an open recess in a wall at the base of a chimney where a fire can be built
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
open fireplaces



























