Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Open-heart surgery
01
χειρουργική ανοιχτής καρδιάς, εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς
any type of surgery that requires making a large incision in the chest wall to make the heart easier for the surgeon to reach
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
open-heart surgeries
LanGeek



























