on the whole
on
ɒn
ον
the
ðə
δα
whole
həʊl
χεουλ

Ορισμός και σημασία του "on the whole"στα αγγλικά

on the whole
01

γενικά, συνολικά

used to provide a general assessment of a situation 
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
On the whole, the conference was informative and well-organized. 

Γενικά, η διάσκεψη ήταν κατατοπιστική και καλά οργανωμένη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store